Η πρόσφατη αλλαγή ηγεσίας στη Γενική Γραμματεία του Υπουργείου Πολιτισμού και η αναπλήρωση της θέσης της Γενικής Διευθύντριας Αρχαιοτήτων δεν αποτελούν τυπικές υπηρεσιακές ανακατατάξεις. Αντικατοπτρίζουν ένα συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης που επιλέγει να οχυρωθεί πίσω από μηχανισμούς απόλυτης ιεραρχικής στοίχισης, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την απαραίτητη ανεξαρτησία των υπηρεσιακών οργάνων.

Η απομάκρυνση του μέχρι πρότινος Γενικού Γραμματέα, Γιώργου Διδασκάλου, στελέχους που ταυτίστηκε με τη λειτουργία του «επιτελικού κράτους» από το 2019, παρουσιάστηκε ως επικοινωνιακή αναγκαιότητα υπό το βάρος των σκιών που δημιουργήθηκαν σε κρίσιμους τομείς διοίκησης. Ωστόσο, η διαδοχή του αναδεικνύει μια ανησυχητική πρακτική: την επιλογή προσώπων με κριτήριο την πολιτική εγγύτητα και τη δοκιμασμένη νομιμοφροσύνη στην πολιτική ηγεσία.
Ο διορισμός της αρχαιολόγου Ολυμπίας Βικάτου στη Γενική Γραμματεία και η παρεπόμενη επιλογή της Κρυστάλλως Μαντζανά για τη Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων (ΓΔΑΠΚ) την οποία εγκατέλειψε η πρώτη, συμπληρώνουν ένα διοικητικό παζλ με κοινά χαρακτηριστικά. Και τα δύο στελέχη έδωσαν δείγματα γραφής το 2023, όταν επέλεξαν τη μετωπική σύγκρουση με το επίσημο συνδικαλιστικό και επιστημονικό όργανο του κλάδου, τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ), σε μια κρίσιμη στιγμή για τη διασφάλιση της θεσμικής του υπόστασης.
Η δημόσια καταγγελία τους προς τον ΣΕΑ —ότι δήθεν μετατράπηκε σε εργαλείο σκοπιμοτήτων— και η αποχώρησή τους από αυτόν, λειτούργησε ως προοίμιο για τη βίαιη έξωση του Συλλόγου από την ιστορική του έδρα. Αυτή η κοινή στάση στοίχισης πίσω από τις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας, έναντι της προστασίας των συναδέλφων τους και της αυτονομίας του επιστημονικού κλάδου, φαίνεται πως αποτέλεσε το καθοριστικό «διαβατήριο» για την υπηρεσιακή τους αναβάθμιση.
Όταν οι κορυφαίες θέσεις της υπηρεσιακής πυραμίδας καταλαμβάνονται από πρόσωπα που απεμπολούν τη συλλογική επιστημονική τους ιδιότητα για να ταυτιστούν απόλυτα με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, η αρχή της αμεροληψίας τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η διολίσθηση σε ένα μοντέλο διοίκησης που στερείται ευρύτερης επιστημονικής νομιμοποίησης θέτει σε κίνδυνο την ίδια την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, καθώς ο απαραίτητος επιστημονικός αντίλογος εντός των υπηρεσιών καταπνίγεται χάριν της ιεραρχικής υπακοής.
Κωνσταντίνος Β. Αντωνόπουλος Αρχαιο