Το προστατευτικό στέγαστρο του Ναού του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα έργα «παθητικής συντήρησης» σε παγκόσμιο επίπεδο. Τοποθετήθηκε από την ιταλική εταιρεία Canobbio SPA το 1987, ύστερα από εισήγηση του καθηγητή Θ. Σκουλικίδη, με τη μορφή μιας περίκλειστης εφελκυόμενης κατασκευής. Η μεμβράνη καλύπτει μια επιφάνεια 4.500 τ.μ. και επιτέλεσε τον κρίσιμο αρχικό της σκοπό: προστάτευσε τον ευπαθή τοπικό ασβεστόλιθο από τη θρυμματοποίηση που προκαλούν οι ακραίες κλιματικές συνθήκες, ο παγετός και η διείσδυση των ομβρίων υδάτων στο υψόμετρο των 1.130 μέτρων.

Ωστόσο, η επιλογή αυτή σχεδιάστηκε ως προσωρινή, καθώς η αρχική συνθετική μεμβράνη από πολυεστέρα και PVC είχε τεχνικό όριο ζωής μόλις 12 έως 20 έτη. Σήμερα, έπειτα από σχεδόν 40 χρόνια παραμονής, η κατάσταση έχει εξελιχθεί σε σημείο έντονης επιστημονικής και αισθητικής αντιπαράθεσης. Το στέγαστρο επικρίνεται έντονα ως μια «οπτική φυλακή», η οποία αποκόπτει το μνημείο από το φυσικό του περιβάλλον και του στερεί το φως και την πλαστικότητα, ακυρώνοντας τον ιδιοφυή σχεδιασμό του Ικτίνου που ήθελε τον Ναό να δεσπόζει στο άγριο αρκαδικό τοπίο σαν «φάρος» ορατός από μεγάλες αποστάσεις.
Μετά από τέσσερις δεκαετίες, η προσωρινή λύση έχει μετατραπεί σε de facto μόνιμη, με αποτέλεσμα το στέγαστρο να αποτελεί πλέον μέρος του προβλήματος, καθώς η αρχική μεμβράνη παρουσιάζει σοβαρές φθορές, μούχλα και βιοδιάβρωση. Η αργή εξέλιξη του αναστηλωτικού έργου, κρυμμένου πίσω από το αδιαφανές κέλυφος, έχει στερήσει από τις νεότερες γενιές τη δυνατότητα να βιώσουν το μνημείο στα αυθεντικά του γεωχωρικά συμφραζόμενα.
Τον Μάρτιο του 2026, ο Περιφερειάρχης Νεκτάριος Φαρμάκης προχώρησε στην ένταξη της πράξης «Αποκατάσταση – Ανάδειξη Ναού Επικούριου Απόλλωνα Βασσών – Γ’ Φάση» στο Πρόγραμμα «Δυτική Ελλάδα 2021-2027», με συνολικό προϋπολογισμό 3.100.000 ευρώ, συγχρηματοδοτούμενη από το ΕΤΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπονται παρεμβάσεις που εστιάζουν ειδικά στον εκσυγχρονισμό της προστασίας του Ναού.
Βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε μια καθοριστική συγκυρία. Με δεδομένη αυτή την εγκεκριμένη χρηματοδότηση, ανοίγεται μια μοναδική ευκαιρία: αντί για μια στείρα αντικατάσταση της υφιστάμενης μεμβράνης με μία παρόμοια κλειστού τύπου, οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού θα μπορούσαν να επαναξιολογήσουν τη συνολική τους προσέγγιση.
Είναι η ιδανική στιγμή να εξεταστεί με σοβαρότητα η καινοτόμος πρόταση της αρχιτέκτονος-μηχανικού Μαρίας Παπανδρέου, η οποία εκπονήθηκε το 2024 στο Πανεπιστήμιο Πατρών και παρουσιάστηκε πρόσφατα σε επιστημονική ημερίδα. Η σύλληψή της για ένα μόνιμο μεταλλικό στέγαστρο ανοιχτού τύπου μπορεί να αποτελέσει τη «χρυσή τομή»:
- Προστασία: Ικανοποιεί την ανάγκη για προστασία από τη βροχή και το χιόνι, αποφεύγοντας όμως τις «θερμοκηπιακές» συνθήκες και την εγκλωβισμένη υγρασία που επιβαρύνουν τον λίθο.
- Αισθητική: Μέσα από μια «αέρινη» κατασκευή 28 υποστυλωμάτων που συνδιαλέγονται αρμονικά με τη γεωμετρία του μνημείου, επιτυγχάνεται ο σωστός αερισμός και η οπτική επανασύνδεση του Ναού με το τοπίο.
Γνωρίζουμε ότι η οριστική απομάκρυνση του στεγάστρου προβλέπεται μόνο μετά την ολοκλήρωση όλων των αναστηλωτικών εργασιών. Ωστόσο, εφόσον ο Ναός θα παραμείνει καλυμμένος για άγνωστο ακόμη χρονικό διάστημα, δεν νομιμοποιούμαστε να διαιωνίζουμε τον εγκλεισμό του. Η διαθέσιμη χρηματοδότηση μας δίνει τα εργαλεία να τολμήσουμε την αλλαγή: να εξασφαλίσουμε την τεχνική προστασία του μνημείου, αποκαθιστώντας ταυτόχρονα την οπτική του επικοινωνία με το επιβλητικό αρκαδικό τοπίο. Το Φως πρέπει να επιστρέψει στον Επικούριο Απόλλωνα, τον θεό της λογικής και του φωτός, του οποίου ο ναός σχεδιάστηκε για να αλληλεπιδρά αέναα με το περιβάλλον του.








