
Σήμερα Παρασκευή, 18 Μαΐου 2007, τα μουσεία στην Ελλάδα και διεθνώς ανοίγουν διάπλατα τις πύλες τους, συνήθως με ελεύθερη είσοδο, για τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας των Μουσείων.
Απευθύνουν κάλεσμα στους πολίτες να αφήσουν κατά μέρος κάποιες από τις δεκάδες υποχρεώσεις τους και να τα επισκεφτούν.
Ο Νομός Ηλείας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευνοημένος από μουσειακή σκοπιά: στην επικράτειά του φιλοξενούνται πολύ σημαντικά μουσεία, συνυπολογιζομένων του Μουσείου της εποχής των Ιπποτών στο Κάστρο Χλεμούτσι και του Αρχαιολογικού Μουσείου Πύργου, τα οποία, σύμφωνα με τα ισχύοντα χρονοδιαγράμματα προβλέπεται να λειτουργήσουν το επόμενο διάστημα (εντός της διετίας 2007 – 2008). Σε μικρό χρονικό διάστημα ξεκινά και η λειτουργία του ΤΕΙ Μουσειολογίας στην ηλειακή πρωτεύουσα.
Η Αρχαία Ολυμπία, με το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Μουσείο των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας, το Μουσείο της Ιστορίας των Ανασκαφών, όλα ανακαινισμένα προ τριετίας με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες ΑΘΗΝΑ 2004 και το μάλλον παραγκωνισμένο Μουσείο των Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, δίκαια μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο μιας μικρής, φαντασμαγορικής Μητρόπολης Μουσείων της Ελλάδας.
Θα προσπεράσω όμως την Ολυμπία, η οποία με τους χιλιάδες ετησίως αλλοδαπούς στη συντριπτική τους πλειοψηφία επισκέπτες, αποτελεί μια πραγματικά φωτεινή εξαίρεση, για να σχολιάσω τη σκληρή πραγματικότητα της ερήμωσης που αντιμετωπίζουν πολλά από τα μουσεία της χώρας και του νομού, αρχαιολογικά, λαογραφικά ή οποιουδήποτε χαρακτήρα και να σταθώ σε ένα πραγματικά λυπηρό φαινόμενο: την χαμηλή επισκεψιμότητα στον αρχαιολογικό χώρο και το νέο μουσείο της Ήλιδας. Πρόκειται για ενα φαινόμενο που ταλανίζει την Ήλιδα ήδη από την προ των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 εποχή, όταν όμως ελάχιστες υποδομές υπήρχαν, σε σχέση με όσα σήμερα διαθέτει ο τόπος.
Τριά χρόνια μετά τα λαμπερά εγκαίνια του Αρχαιολογικού Μουσείου Ήλιδας, τον Μάρτιο του 2004, δυστυχώς λίγοι είναι οι επισκέπτες διαβαίνουν την πύλη του τις μέρες και ώρες λειτουργίας του, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα κτίριο υψηλής αρχιτεκτονικής αξίας, εναρμονισμένο πλήρως με το περιβάλλον, στο οποίο φιλοξενούνται σημαντικά και αντιπροσωπευτικά έργα, αντικείμενα που αφηγούνται πτυχές της ζωής των κατοίκων της Ήλιδας, μητρόπολης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας.
Τη μοναξιά του Μουσείου της Ήλιδας, όπως και πολλών ακόμη επαρχιακών μουσείων, μπορώ εύκολα να την συναισθανθώ, δεδομένου ότι έχω συχνά υπάρξει μάρτυράς της τα τελευταία χρόνια, είτε ως εργαζόμενος σε αυτά, είτε ως επισκέπτης. Παρά τον εορταστικό τόνο της σημερινής ημέρας, οι μόνοι που θα δίνουν την αίσθηση ζωής στις ευρύχωρες και καλαίσθητες αίθουσές του μουσείου θα είναι οι φύλακες αρχαιοτήτων, ίσως και κάποιος επισκέπτης που εξερευνά την περιοχή. Συμβαίνει μάλιστα, στις γιορτές και επετείους το συναίσθημα της μοναξιάς να οξύνεται, να γίνεται περισσότερο οδυνηρό.
Τι κι αν οι πρωτεργάτες της ιδέας υλοποίησης του Μουσείου Ήλιδας και σύσσωμη η τοπική κοινωνία, οραματίζονταν κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού και της κατασκευής του να λειτουργεί ως κυψέλη πολιτισμού, ως πόλος έλξης πολιτών, τουριστών, σχολείων, διψασμένων για γνώση και διάλογο με το παρελθόν; Μαζί με αυτούς και εμείς, ως εργαζόμενοι στον πολιτισμό και κάτοικοι στον τόπο αυτό, επιθυμούσαμε και ακόμη διεκδικούμε την καταξίωση της Ήλιδας, πλάι στην παγκοσμίως γνωστή και αγαπημένη αρχαία Ολυμπία. Θέλουμε να ζήσουμε την πρόοδο και την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής μας, να δούμε τους κόπους μας να αποδίδουν, με πρωταγωνιστή το μουσείο και τον αρχαιολογικό χώρο.
Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει, ούτε και προμηνύεται. Αντιθέτως επικρατεί μια παγερή απραξία και ακινησία που γεμίζει θλίψη τις καρδιές μας, όταν αναλογιζόμαστε τα μεγάλα ποσά που δαπανήθηκαν για το αρχαιολογικό έργο, τις ανασκαφές, την κατασκευή και τον εξοπλισμό του Αρχαιολογικού Μουσείου Ήλιδας. Η αίσθηση απαξίωσης γίνεται εντονότερη όταν συγκρίνουμε τις σύγχρονες υποδομές που πλέον διαθέτει η Ήλιδα με άλλους εξίσου σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους όπως η Δήλος ή η Πύλος, οι οποίοι στερούνται αξιοπρεπών κτιριακών εγκαταστάσεων, αν και διαθέτουν και εκθέτουν σημαντικά μνημεία και αρχαιότητες, πραγματικούς θησαυρούς της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Είναι δεδομένο πως για την αποχή του κόσμου από τα ελληνικά μουσεία ευθύνεται βεβαίως η υποστελέχωση και η υποχρηματοδότηση, εξίσου όμως και οι επιλογές των διαχειριστών τους, οι οποίοι ενίοτε δεν διαθέτουν σύγχρονο σχέδιο και όραμα για τη λειτουργία τους και τη προσέλκυση επισκεπτών. Η απουσία ή η κακή κατάσταση δικτύων και υποδομών (δρόμοι, δίκτο και δρομολόγια αστικής / υπεραστικής συγκοινωνίας, αναψυκτήριο, πωλητήριο κλπ) τα ενίοτε ακατανόητα στο ευρύ κοινό κείμενα και λεζάντες, η ανυπαρξία οδηγών ή ενημερωτικών φυλλαδίων, η ελλειπής εκπαίδευση και ακατάλληλη εμφάνιση των φυλάκων, όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την απουσία εκπαιδευτικών προγραμμάτων, πρωτοβουλιών και ενεργειών – δράσεων προβολής, συνθέτουν δυστυχώς το περίγραμμα της οριακής ή ανεπαρκούς λειτουργίας των μουσείων της χώρας.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ήλιδας, όπως και κάθε μουσείο, δημιουργήθηκε για το κοινό και χρειάζεται επισκέπτες για να έχει νόημα η λειτουργία του. Ανεξαρτήτως επετείων και εορτασμών, η συχνή παρουσία κοινού, το ενεργό ενδιαφέρον και η αγάπη της κοινωνίας για τα μνημεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, συνιστά όρο επιβίωσής του και εγγυάται τη διαρκή βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του.
*Επιμελημένη εκδοχή του άρθρου που φιλοξενήθηκε στο φύλλο της Εφημερίδας “ΠΡΩΪΝΗ” της Παρασκευής 18 Μαΐου 2007